Κατά τη διάρκεια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, τα θέματα των κατασκευαστικών παιχνιδιών έγιναν πιο στρατιωτικά, ήταν πιο συχνά τανκς παρά γέφυρες. Η παραγωγή και η κατανάλωση έπρεπε να είναι «πατριωτική» και η εμπορική συνεργασία με τον εχθρό τιμωρούνταν σκληρά. Ένα άρθρο του 1914 στο κλαδικό έντυπο British Toy Trade Journal έγραφε: «Πρέπει να έχετε βρετανικά παιχνίδια». Ωστόσο, η βρετανική παραγωγή ήταν κατώτερης ποιότητας λόγω περιορισμένων προμηθειών πρώτων υλών, αυξανόμενων τιμών και ελλείψεων εξειδικευμένης εργασίας. Αμέσως μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, η Βρετανία άνοιξε και πάλι στις εισαγωγές παιχνιδιών, αν και τα γερμανικά παιχνίδια αντιμετώπισαν αρχικά την αντίσταση των καταναλωτών. Επιπλέον, η γερμανική βιομηχανία παιχνιδιών αναπτύσσονταν αργά στη δεκαετία του 1920 λόγω της πολιτικής αστάθειας, των απεργιών, της έλλειψης πρώτων υλών και του υπερπληθωρισμού. Στη δεκαετία του 1930 αποδυναμώθηκε περαιτέρω, καθώς αρκετοί εξέχοντες Εβραίοι παραγωγοί παιχνιδιών εγκατέλειψαν τη χώρα για να ξεφύγουν από το ναζιστικό καθεστώς. Η εισροή κατασκευαστών παιχνιδιών ως πρόσφυγες από τη Γερμανία στη Βρετανία ενίσχυσε τις προϋπάρχουσες εμπορικές συνδέσεις και συνεργασίες.